Μέρος 5ο: Η Νεράιδα και ο Νάνος

Ακολουθώ την Θάνατο
πέρα από την αίθουσα του δικαστηρίου και φτάνουμε τελικά σε μια τεράστια
αίθουσα , ακόμα πιο μεγάλη φτιαγμένη ολόκληρη από ανθρώπινα κρανία και
σκελετούς από αλλόκοτα μαγικά πλάσματα.Σφυρίζω για λίγο γεμάτη με θαυμασμό για
αυτό το μέρος. Όχι μόνο στο μέγεθος, που είναι τεράστιο, αλλά και στο πόσο
όμορφο και καλοφτιαγμένο είναι ! Οι μοναδικοί πυλώνες που το συγκρατούν
μοιάζουν είναι τεράστιοι σωροί από κόκκαλα και τρεις σκελετοί στον κάθε πυλώνα
κρατάνε με τα χέρια τους την οροφή λες και πρόκειται να τους πλακώσει. Στους
τοίχους μπορώ να διακρίνω κρανία μινώταυρων και γοργόνων, τα σκελετωμένα πλέον
φτερά μιας Άρπυιας, το δίχως άκρα σώμα
ενός γουέρρατ, τα σπασμένα κόκκαλα ενός γίγαντα . « Αχ, την θυμάμαι πολύ
καλά την ημέρα που μάζεψα αυτόν τον Γίγαντα και τα κόκκαλα του. Ήταν η μέρα που
ο καλός σου θείος, ο Καπετάν Μπαρτόλομιου Τίτς ανέβηκε στην περίφημη φασολιά
μαζί με τον Τζάκ, τον Σφαγέα Γιγάντων. Υπολογίζω ξέρεις την ιστορία.» με
κοιτάζει ο Θάνατος και σχολιάζει βλέποντας με να παρατηρώ εδώ και ώρα τα
τεράστια μα θρυμματισμένα κόκκαλα του γίγαντα.
« Μόνο όλα όσα μου
είπε ο πατέρας μου. Ο Τζάκ μπόρεσε και μάζεψε όσο χρυσό του ήταν απαραίτητο για
δέκα ζωές, όμως τελικά έγινε άπληστος. Την τελευταία φορά που ανέβηκε στην
φασολιά προσπάθησε να κλέψει την χήνα με τα χρυσά αβγά από τον γίγαντα. Ο
γίγαντας τον κυνήγησε για να τον φάει, εξοργισμένος από τον κλέφτη αλλά ο Τζάκ
ήταν πιο γρήγορος , με αποτέλεσμα να φτάσει πρώτος στο έδαφος, να κόψει την
φασολιά και να σκοτώσει τον γίγαντα μιας που ο καημένος ο γίγαντας έπεσε με
φόρα στην γη και έσπασε τα κόκκαλα του. Η σύγκρουση του με το έδαφος είχε σαν
αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας γκρεμός αλλά ο Τζάκ έζησε χαρούμενος και
ευτυχισμένος για πολλά χρόνια με την οικογένεια του.. Γιατί ρωτάς ;; Δεν ισχύει
;;» την κοιτάζω και ο Θάνατος απαντά « Ποτέ μια ιστορία δεν είναι ακριβώς όπως
την περιμένουμε.