Θεία Λίλιθ
Εφόσον ο Χιούγκο Ρώσον οδήγησε με το
αμάξι του για αρκετή ώρα σταμάτησε σε ένα σοκάκι, έσφιξε κοντά του την καφετιά
καπαρντίνα του και βγήκε από το αμάξι κλείνοντας προσεκτικά την πόρτα. Κλείδωσε
το αμάξι και προχώρησε για λίγη ώρα. Σκέφτηκε να ανάψει τσιγάρο μα βλαστήμησε,
γνωρίζοντας ότι τα τσιγάρα του είχαν τελειώσει και δεν είχε πάει σε κάποιο
περίπτερο για να αγοράσει και άλλα.
Σύντομα, τα βήματα του τον έφεραν σε ένα
παλιό , κακόφημο μπαρ το οποίο φωτιζόταν μόνο από μερικά άσχημα κοκκινωπά νεόν
φώτα και μερικές χαλασμένες λάμπες του δρόμου. Ο Χιούγκο γνώριζε τον ιδιοκτήτη
του μπαρ, τον γνώριζε πάρα πολύ καλά. Παλιά είχαν μια σχεδόν αδελφική σχέση, ο
Χιούγκο παρά των γεγονότων δεν τον είδε ποτέ σαν αδε λφό του. Ο άνδρας που ο
Χιούγκο έψαχνε ονομάζοταν Έις Λόκερ και ήταν ένας έμπορος πρέζας. Ο Χιούγκο
γνώριζε πολύ καλά ότι ο Έις είχε ταλέντο στο τραγούδι και του είχε συστήσει
πολλές φορές να γίνει τραγουδιστής μα ο Έις αρνιότανε. Του άρεσε όπως έλεγε ο
κίνδυνος του εμπορίου. Ο Βρετανός ξανθός άντρας κοίταξε αιφνιδιασμένος την
είσοδο του μπαρ όπου μια γυμνή, καστανομάλλα πόρνη με κόκκινα τακούνια έτρεχε
στην έξοδο ενώ την ακολουθούσε ένας σκληρός μηχανόβιος με μαχαίρι.















