Της
άρεσε πολύ αυτή η γειτονιά. Κυρίως τα βράδια. Αυτή η μουντή ώχρα που έλουζαν με
το φως τους οι σκόρπιες λάμπες τα κτίρια, την τραβούσε σα μαγνήτης κάθε νύχτα.
Με τη φωτογραφική μηχανή περασμένη στο λαιμό της, βάδιζε αργά στα στενά σοκάκια
αποτυπώνοντας κάθε λεπτομέρεια. Την πρασινάδα που αγκάλιαζε μυστηριακά θαρρείς
τα πέτρινα οικοδομήματα, κάποια φύλλα πεσμένα άτσαλα στο έδαφος, ακόμα και την
βλάστηση που ξεπρόβαλε με θράσος και αναίδεια ανάμεσα από τις νωχελικές πλάκες
που είχαν συνηθίσει πια τη μοναξιά, σα μια αιώνια λήθη. Της είχαν πει να μην
πηγαίνει εκεί, επειδή δε θα ήταν ασφαλής, εκείνη όμως αψηφούσε όλες τις
δεισιδαιμονίες και τους αστικούς μύθους. Το μυστήριο την καλούσε και δεχόταν
την κάθε πρόσκλησή του σα μαγεμένη. "Γελοίες αντιλήψεις από ακόμα πιο
γελοία ανθρωπάκια" σκεφτόταν ενώ περιφερόταν γι' άλλη μια νύχτα στην άδεια
γειτονιά με τ' αναμμένα φώτα να κάνουν τη βάρδιά τους μήπως και ξορκίσουν ένα
φόβο που πλανιόταν χρόνια στον αέρα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στα Χνάρια του Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στα Χνάρια του Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
24 Δεκ 2018
18 Δεκ 2018
"Στα χνάρια του τρόμου" από τη Σοφία Κραββαρίτη
Αδιέξοδη Συνείδηση
Ατελείωτη μοιάζει αυτή η έκταση.
Δεν ξέρω πόσο πολύ περπατάω, ούτε καν που πηγαίνω. Το μυαλό μου είναι θολό.
Μπορεί και νεκρό Δεν θυμάμαι τίποτα. Απλά έχω βρεθεί εδώ και περπατάω. Κοιτάζω
γύρω μου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καταλάβω τι είναι αυτό το μέρος.
Ουτοπία; Άλλη διάσταση παράλληλη; Φανταστική; Μάταια. Δεν ξέρω τι συμβαίνει.
Ίσως και να μην είμαι ζωντανή. Ίσως να έχω πεθάνει και κάπως έτσι να μοιάζει η
ζωή μετά.
Από την άλλη... πεινάω. Είναι
δυνατόν να έχω πεθάνει και να έχω κάποιες αισθήσεις; Άραγε έχω καιρό να φάω;
Δεν μπορώ να θυμηθώ. Ίσως λίγο πριν ξεκινήσω να περπατάω. Τελικά πόσος καιρός
μπορεί να πέρασε; Να ξεκίνησα τάχα πρωί; Βράδυ; Χθες; Την προηγούμενη εβδομάδα;
Μήπως πέρασε μήνας; Αδύνατον να θυμηθώ, όσο κι αν προσπαθώ. Σε λίγο θα πιστέψω
πως δεν υπήρχε το πριν, απλά με κάποιο τρόπο βρέθηκα σ' ένα δαιμονικό “τώρα”.
Κι άλλη αίσθηση. Διψάω. Διψάω
πολύ. Και συνεχίζω να πεινάω. Ω, Θεέ μου πόσο πεινάω! Μα πως είμαι έτσι;
Βρώμικη, εξαθλιωμένη, νηστική, διψασμένη. Νομίζω πως έχω και παραισθήσεις. Μα
το χειρότερο είναι, πως είμαι χωρίς μνήμες. Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ πώς
ξεκίνησα να περπατάω; Πώς βρέθηκα σε αυτή την έρημο και κυρίως γιατί;
11 Δεκ 2018
"Στα χνάρια του τρόμου" από τη Σοφία Κραββαρίτη
Υπό τους ήχους του Μπετόβεν (Απόσπασμα)
Κοίταξε έξω
από το παράθυρο. Οι αστραπές έσκιζαν τον ουρανό σα να ήθελαν να τον τιμωρήσουν
για κάποιο έγκλημα που είχε διαπράξει. Τα σύννεφα πιο μαύρα κι απ’ την κόλαση
έκαναν στην άκρη, αφήνοντάς τις να φωτίζουν μανιασμένα το σκοτεινό τοπίο, απλά
και μόνο για να δείξουν τις απειλητικές διαθέσεις τους. Εκκωφαντικοί ήχοι από
μπουμπουνητά λες και ο ίδιος ο Θεός τσακωνόταν με τον ουρανό. Δυνατοί κεραυνοί
έπεφταν προσπαθώντας θαρρείς, να σκοτώσουν την αδικία όλης της ανθρωπότητας
μέσα σε μια νύχτα. Μια νύχτα που οι αστραπές την έκαναν μέρα για να φανεί όλη η
βρωμιά, να μη μείνει τίποτα κρυφό. Και τελικά μια καταιγιστική βροχή τόσο
δυνατή, που θα μπορούσε να είναι το κλάμα του ίδιου του Θεού που μετάνιωσε για
το πιο φρικτό έγκλημα του κόσμου.
4 Δεκ 2018
"Στα χνάρια του τρόμου" της Σοφίας Κραββαρίτη
"Κάπως
έτσι πρέπει να μοιάζει και ο παράδεισος" σκέφτηκε ατενίζοντας το
χιονισμένο τοπίο από το ύψος που βρισκόταν το γραφείο της. "Λευκός κι
αμόλυντος, σχεδόν απάτητος" συνέχισε την σκέψη της, έχοντας το βλέμμα της
πάντα χαμηλά στο κάτασπρο που κυριαρχούσε. Η τελευταία εβδομάδα είχε κυλήσει
πολύ άσχημα και οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Μέσα στο γραφείο, αλλά
και παντού γύρω της, ένιωθε να την συντροφεύει ένα φάντασμα. Καθημερινά και
παντού. Δεν φοβόταν. Πως θα μπορούσε άλλωστε να τρομάξει με την άλλη πλευρά του
εαυτού της;
27 Νοε 2018
"Στα Χνάρια του Τρόμου" από τη Σοφία Κραββαρίτη
Το σούρουπο έντυνε τον ουρανό και τη φύση με τη
γλυκιά του φορεσιά, όταν έφτασε αποκαμωμένος στους πρόποδες του μικρού βουνού.
Κοίταξε κουρασμένα το κάστρο που δέσποζε στην κορυφή, άρχοντας θαρρείς της
περιοχής, που πρόσεχε από ψηλά το βασίλειό του. Στάθηκε να πάρει μια ανάσα.
Είχε περπατήσει πολλά χιλιόμετρα χωρίς φαγητό και νερό και ήταν εξαντλημένος.
Αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε ν` ανέβει ως εκεί. Έβγαλε τον κουρασμένο αέρα από τα
πνευμόνια του, μάζεψε το κουράγιο του και συνέχισε την πορεία του. Στα μισά του
δρόμου ένιωσε πως θα χάσει τις αισθήσεις του και συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του
απέμειναν, στον σκοπό του. Έπρεπε ν` ανέβει. Φτάνοντας στην κορυφή, έπεσε στα
τέσσερα και σχεδόν σύρθηκε ως την μεγάλη πόρτα. Πρόλαβε να χτυπήσει μόνο μία
φορά και αυτή μ` έναν υπόκωφο ήχο που δύσκολα άκουσε και ο ίδιος, πριν
λιποθυμήσει. Το σκοτάδι είχε πέσει ήδη βαρύ πάνω στο φωτισμένο κάστρο,
χαρίζοντάς του μία όψη παραμυθένια. Η πόρτα άνοιξε και δύο φιγούρες φάνηκαν στο
κατώφλι, που τον σήκωσαν και τον έβαλαν μέσα, κλείνοντας και πάλι πίσω τους τη
βαριά πόρτα. Όταν άνοιξε τα μάτια του, ένιωθε ανάλαφρος, ξεκούραστος και
καθαρός. Κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σ` ένα μεγάλο δωμάτιο και ήταν ξαπλωμένος
σ` ένα κρεβάτι με μεταξωτά σεντόνια.
20 Νοε 2018
"Στα χνάρια του τρόμου" από τη Σοφία Κραββαρίτη
Η επισκέπτρια
Ήταν
μία από εκείνες τις ώρες. Τις θλιμμένες. Τις μουντές. Τις ώρες που δεν άντεχε
λεπτό την βαρετή ύπαρξή της. Ήθελε να φύγει και πάλι. Ήξερε που ακριβώς
επιθυμούσε να βρεθεί. Εκεί που πήγαινε κάθε, μα κάθε φορά. Εκεί που τα βήματά
της την οδηγούσαν πάντα και αυτή υπάκουε σε αυτή την πρωτοβουλία σα να της το
επέβαλε κάποιος άγραφος νόμος. Το ερειπωμένο σπίτι δεν ήταν πολύ μακριά.
Άλλωστε ήταν η ώρα που απολάμβανε τον περίπατο. Νωρίς το απόγευμα. Έφτανε μετά
από μισή ώρα στον προορισμό της και παρέμενε λίγες ώρες ώσπου να καταφθάσει το
σούρουπο με αργό βηματισμό, μυστηριώδες και σχεδόν πάντα με ένοχα μυστικά.
Μυστικά που εκείνη δε χρειαζόταν ν' ανακαλύψει επειδή απλά τα γνώριζε ήδη.
Άλλωστε δεν είχε σημασία πια. Πολλοί ήταν αυτοί που μιλούσαν, το σπίτι όμως δεν
πρόδιδε τίποτα. Η σιωπή του σφράγιζε το αιώνιο μυστικό. Το οίκημα έμοιαζε να
την περιμένει κάθε φορά. Το πλησίαζε αργά, σχεδόν με ευλάβεια. Μπορούσε να
νιώσει τη δύναμή του, σχεδόν την κατέκλυζε το έντονο συναίσθημα όταν το
αντίκριζε. Φτάνοντας μπροστά του, ένα δέος την πλημμύριζε και ένιωθε πως της
έστελνε αυτό το ίδιο όλη του την ενέργεια. Γιατί είχε ενέργεια, το γνώριζε.
Όπως πάντα έκανε το γύρο του, αγγίζοντας σε κάποια σημεία τους τοίχους του.
Ήταν παγωμένοι, νεκρικοί, της άρεσε όμως η αίσθησή τους. Δε βιαζόταν ποτέ να
μπει μέσα. Το ψηλάφιζε από άκρη σε άκρη σχεδόν σχολαστικά. Μπορούσε να νιώσει
τον παλμό του. Συνήθιζε να μπαίνει μέσα από το σπασμένο παράθυρο. Μύριζε μούχλα
το εσωτερικό του, δεν την ενοχλούσε όμως. Κοίταζε γύρω της με νοσταλγία. Τα έπιπλα
ήταν όλα καλυμμένα με τα γνωστά σεντόνια της εγκατάλειψης. Κάποτε αυτά τα έπιπλα
ήταν ζωντανά, όπως και οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί. Κάποτε... Μπορούσε
ακόμα να μυρίσει το αίμα, καθώς και τις ορμόνες που είχαν ανεβάσει την
αδρεναλίνη της στα ύψη. Το αίμα που έτρεχε σαν ποτάμι, βάφοντας τα πάντα εκεί
μέσα. Το σπίτι δεν καθαρίστηκε ποτέ. Δεν το επέτρεψε εκείνη. Κάποιοι το είχαν
πλησιάσει κάποτε, είχαν τολμήσει κιόλας να μπουν μέσα κάνοντας διάφορες εικασίες
για το τι είχε συμβεί στ' αλήθεια. Μερικοί πιο γενναίοι, είχαν τολμήσει να την
προκαλέσουν κιόλας. Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της στην ανάμνηση του
τί είχε συμβεί στη συνέχεια. Τους ανόητους! Διέσχισε το σαλόνι και ανέβηκε με
προσοχή την ξύλινη σκάλα. Το τρίξιμό της θα μπορούσε να είναι ηχητικό εφέ σε
ταινία τρόμου.
13 Νοε 2018
"Στα Χνάρια του Τρόμου" από τη Σοφία Κραββαρίτη
Ήταν
ένα ακόμη βράδυ όπως όλα σε αυτή την πόλη. Τα κτίρια και τα σπίτια φωτισμένα,
κάτι που φάνταζε μάλλον περίεργο, δεδομένου της προχωρημένης ώρας. Οι δρόμοι
ήταν έρημοι και όλα έδειχναν πως οι κάτοικοι μάλλον ξενυχτούσαν μέσα στα σπίτια
τους, κρίνοντας από τον φωτισμό. Κι όμως, υπήρχε κάτι τρομακτικό στο όλο
σκηνικό. Ίσως να 'ταν η άγρια νύχτα που τα σύννεφα την έκαναν μέχρι και
αποκρουστική. Μπορεί βέβαια σε αυτό να συνέβαλαν και τα κλαδιά των ψηλών
δέντρων που ξεπρόβαλαν με θράσος πάνω από τις στέγες κάποιων κτιρίων και
έμοιαζαν ν' απειλούν τον ουρανό ή να συμμαχούν μαζί του, ποιος ξέρει... Ίσως
από την άλλη, να ήταν ο δρόμος.
30 Οκτ 2018
"Στα Χνάρια του Τρόμου" από τη Σοφία Κραββαρίτη
Βήματα
βαριά μέσα στη νύχτα. Ψυχή πλακωμένη από τα κρίματα, περικυκλωμένη από το
ανάθεμα τόσων ψυχών που πήρα. Είμαι ένας εκτελεστής. Ένας βουβός δολοφόνος. Δεν
είμαι άρρωστος. Απλά αυτή είναι η δουλειά μου. Πληρώνομαι για να το κάνω και
πληρώνομαι καλά. Δεν γνωρίζει κανείς τι κάνω. Πιστεύουν πως είμαι πωλητής. Και
είμαι κατά κάποιο τρόπο, αφού σε κάθε φόνο πουλάω την ψυχή μου στον διάολο.
Κινούμαι πάντα στα σκοτάδια. Η νύχτα έχει γίνει σύμμαχός μου, συνεργός σε κάθε
βρώμικη δουλειά που μου έχει ανατεθεί. Είμαι πολύ καλός, δεν αφήνω ποτέ ίχνη
και κάθε μου αποστολή την φέρνω εις πέρας. Ούτε η αγάπη με άλλαξε. Η Σαμάνθα
είναι ένα χρόνο τώρα στη ζωή μου και κάνει την κάθε μέρα ομορφότερη. Όχι όμως
και τις νύχτες που συνεχίζουν να είναι ματωμένες και γεμάτες ενοχές τώρα πια.
Κι όμως δεν μπορώ να σταματήσω. Ο φόνος κυλάει πια στο αίμα μου, έχει γίνει
επιτακτική ανάγκη μου. Ακόμα και τώρα που...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







