Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 6ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 6ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Ιουλ 2019

"Σήψη" από τη Σπυριδούλα Κοντοβάγιου

(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Ποίηση)

Ψηφίστε εδώ!!

                        Μην κοιτάξεις πίσω από την κουρτίνα,
                        Είμαστε νεκροί.
                        Ψέματα, αδυναμίες ,πάθη ,λάθη ,πόνος .
                        Σήψη περιτριγυρίζει την ψυχή μας…
                        Φοβάμαι.
                        Μην κοιτάξεις το πίσω μου.
                        Φοβάσαι.

18 Νοε 2018

"Ο Φωτογράφος" από τον Φίλιππο Φιλίππου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


       Από το πρωί ένιωθε έντονη δυσφορία. Το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, στο μυαλό τον στριφογύριζαν διαρκώς αναπάντητα ερωτήματα του παρελθόντος. Όσο προχωρούσε η ώρα και η μέρα η δυσφορία γινόταν εντονότερη.
       «Δύσκολη η σημερινή μέρα» ψέλλισε κοιτώντας τον εαυτό του στο καθρέφτη. Πράγματι η σημερινή μέρα δεν ήταν μια τυχαία μέρα, ήταν σημαδιακή μέρα για τον ίδιο. Σαν σήμερα πριν από 20 χρόνια παντρεύτηκε την εκλεκτή της ζωής του αν και με περιπετειώδη τρόπο εντούτοις η αγάπη ήταν τόσο μεγάλη που τίποτε δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στα όνειρα τους. Τα πρώτα χρόνια πέρασαν αρκετά καλά μόνο ευχάριστες αναμνήσεις είχε να θυμάται με αποκορύφωμά τη γέννηση της μονάκριβής του κόρης. Στην πορεία θέλεις λίγο η ρουτίνα θέλεις άλλοι τρίτη παράγοντες άρχισε να χάνεται η ισορροπία η χημεία και αντικαταστάθηκαν με την ανία και βαρεμάρα, ώσπου λίγο αργότερα οδηγήθηκε στο χωρισμό.

"Παιχνίδια επιβίωσης" από τον Γιάννη Μαυρογιαννάκη (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Όλα ήταν σκοτεινά, δεν φαινόταν τίποτα.
Η Αγαθή ξύπνησε δεν μπορούσε να δει που βρίσκεται όταν κατάλαβε ότι όλα είναι μαύρα προσπάθησε να σηκωθεί αλλά ήταν αδύνατο διότι το πόδι της ήταν δεμένο με μια αλυσίδα.Εκεί άρχιζε σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να φωνάξει βοήθεια και αμέσως ακούστηκε μια αντρική φωνή 
-"Μην φωνάζεις άδικα δεν θα σε ακούσει κανείς".Είπε ο άντρας.
Η Αγαθή νόμιζε πως αυτός της το έκανε αυτό αλλά σύντομα κατάλαβε πως και αυτός ήταν στην ίδια κατάσταση με αυτήν.
-"Είμαι ο Αντρέας".Της είπε.
Και ένας άλλος άνδρας από το πουθενά μίλησε:
- "κι εγώ είμαι ο Γιώργος και αντί  να  συστηνόμαστε δεν βρίσκουμε έναν τρόπο για να φύγουμε από'δω". 

"To Λιμανάκι" από τη Φωτεινή Σαπουναδέλη (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


  Θυμάσαι; Όταν ανταμώσαμε για πρώτη φορά ο ουρανός λαμπύριζε από το φως του ήλιου. Η         μέρα γελούσε κι έπαιζε με τα κύματα της θάλασσας. Χαμογελούσα κι εγώ ευχαριστημένη που βρήκα το πιο όμορφο μέρος να κολυμπήσω στη ζωή ανέμελα και ν’ αφεθώ στα χάδια της. Οι γλάροι άνοιγαν τα φτερά τους και με χαιρετούσαν από ψηλά κι εγώ μιλούσα σε σένα... Σε βάφτισα το ‘’λιμανάκι μου’’ μα δεν στο είπα.  Σου υποσχέθηκα μονάχα πως ποτέ δε θα σ’ αφήσω. Ήτανε άνοιξη όταν συναντηθήκαμε... Το καλοκαίρι φάνταζε υπέροχο για μας τους δυο. Ο όμορφος κόλπος σου έγινε η δική μου αγκαλιά. Μέσα του ένιωθα ασφάλεια και σιγουριά κι ο ψίθυρος της θάλασσας μας τραγουδούσε για τη ζωή και τις ομορφιές της. Για τον έρωτα, την αγάπη, το πάθος, για τη μουσική, τους στίχους, για τους φίλους που θα μοιραζόμασταν χαρές,για τα όνειρα που θα κάναμε, για τα παιδιά που θ’ αποκτήσουμε, για την όμορφη βόλτα που θα μας σεργιανούσε στα ηλιόλουστα μονοπάτια της ζωής...

14 Νοε 2018

"Bachelor" από τη Ματίνα Λευκοπούλου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Τον είδα που με κοιτούσε όσο διόρθωνα τις τελευταίες λεπτομέρειες στο ντύσιμο μου. Οι κινήσεις μου ήταν αργές προσπαθώντας να εντοπίσω το βλέμμα του να τρέχει πίσω από αυτές. Άφησα απαλά το χέρι μου στο τραπέζι που βρισκόταν μπροστά μου και το ψηλάφησα για να βρω τα σκουλαρίκια που πριν λίγο είχα αφήσει εκεί πέρα.
Τον είδα που τα μάτια του το ακολούθησαν.
Θα ήθελα πολύ να ξέρω τι σκέφτεται. Άραγε αφήνει τις σκέψεις του ελεύθερες ή είναι τυπικός;
Κάθεται σε μια πολυθρόνα που υπάρχει στην γωνία του δωματίου, προσπαθώντας να χαλαρώσει το σώμα του σε τέτοιο σημείο που δεν θα αρχίσει να επηρεάζει την τσάκιση στο – μόλις – σιδερωμένο κουστούμι του. Τα χέρια του αγκαλιάζουν τα μπράτσα της πολυθρόνας, και που και που τον βλέπω να σφίγγει τις γροθιές του αν κάνω κάποια έντονη κίνηση.
«Είμαι σχεδόν έτοιμη» του είπα και οι ματιές μας συναντήθηκαν μέσα από τον καθρέφτη που κάλυπτε ολόκληρο τον τοίχο.
«Το ακούω πολλή ώρα αυτό» μου απάντησε, και αμέσως σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου.

"Μια ζωή βαλίτσα" από τη Γεωργία Λάμπρου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Αυτά τα τείχη μου θυμίζουν το Ηράκλειο σκέφτεται περπατώντας, μα τα κτίρια στην πόλη έχουν κάτι από Ρόδο, το χρώμα ίσως ή η αρχιτεκτονική, οι ίδιοι κατακτητές πέρασαν κι από εδώ!
Την Κυριακή, πριν κλείσει τη βαλίτσα της, πήγε μια βόλτα στην Πλάκα. Πήρε μια γεύση από Κυκλάδες εκεί στα Αναφιώτικα. Βέβαια, την Ανάφη δεν έτυχε να την επισκεφτεί ποτέ αν και κυνηγούσε τα μόρια του δυσπρόσιτου. Ήξερε όμως πώς θα μύριζε αν ήταν εκείνη την ώρα στο νησί. Οι Κυκλάδες μυρίζουν θάλασσα κι αέρα, τόσους χειμώνες πέρασε τα βράδια μέσα, τιμωρημένη από τον άνεμο,  αγκαλιά με τη σόμπα αλογόνου που έδιωχνε την εσπερινή  υγρασία.

"Τι να πω..." από τη Νίκη Μπλούτη (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


   Δε θέλω να με παρεξηγήσεις ρε Σταύρο. Εγώ ανέλαβα πρωτοβουλία και μίλησα στους συναδέλφους. Μια ζωή μοιραστήκαμε μαζί. Ο καθένας στη θέση μας το ίδιο θα ‘κανε. Κι εσύ αυτό δε θα ‘κανες για μας; Δε θέλω να αισθάνεσαι άσχημα. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Βοηθάει τον διπλανό του στα δύσκολα. Αν θέλει να λέγεται άνθρωπος. Το ίδιο δε θα ‘ κανες κι εσύ για μένα; Αυτό να σκέφτεσαι. Έλα, πάρτα να κάνεις τη δουλειά σου, του είπα, κι ακούμπησα το μάτσο με τα δέκα χιλιάρικα πάνω στ’ άδειο τραπέζι.
  Τριάντα χρόνια με το Σταύρο μαζί στη δουλειά. Μαζί στο λεωφορείο για το εργοστάσιο, μαζί στο διάλειμμα για το τσιγάρο, μαζί και στο σχόλασμα μέχρι το λεωφορείο. Τριάντα χρόνια δεν είναι λίγα για να τον κάνεις τον άλλον αδερφό. Να μοιράζεσαι μαζί του τα καλά και τα άσχημα. Να έχεις έναν άνθρωπο να σ’ ακούει.

21 Οκτ 2018

"O τρελός Θόδωρος" του Φίλιππου Φιλίππου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


     Μόλις είχε πάρει για πολλοστή φορά εξιτήριο από το ψυχιατρικό νοσοκομείο που νοσηλευόταν. Έβαλε το κλειδί στην παλιά ξύλινη πόρτα του φτωχικού του και το άνοιξε. Χαιρέτησε στρατιωτικά όπως αρμόζει σε μια τέτοια στιγμή  ένα-ένα όλους τους ήρωες που είχε κρεμασμένους στον  φθαρμένο τοίχο του. Προσφώνησε τον Μακρυγιάννη και τον Κολοκοτρώνη στρατηγούς, μετά χαιρέτησε τον Καραϊσκάκη  και για το τέλος άφησε το Αθανάσιο Διάκο.
     Το μυαλό του το οποίο από καιρό, τον είχε προδώσει κάνοντας τον να πιστεύει ότι ήταν στρατηγός , αντάξιος του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη.  Οι γιατροί ήταν ξεκάθαροι  για την διάγνωση. Σχιζοφρένεια με μεγαλομανιακά στοιχεία και υπερτίμηση του εγώ του.

"Πληγωμένες Καρδιές" του Χρήστου Σαχτούρη (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Πρώτη φορά τον είδα σε μια πλατεία της Καλαμαριάς. Κερεμεριέ τη λένε οι Τούρκοι, εμείς όταν μιλάμε μεταξύ μας, μιλάμε ελληνικά, για να μην τα ξεχάσουμε, όταν απελευθερωθούμε.  Ήταν Μάιος του 1907. 
Μετακομίσαμε χθες με την οικογένεια μου, από την Τούμπα. 
Ακουμπούσε το ένα του χέρι σ' ένα καρότσι και κάπνιζε με ύφος στοχαστικό, ήταν τόσο ήρεμος. Τον ερωτεύτηκα αμέσως. 
Έμεινα να τον κοιτάζω σαν χαμένη, και χωρίς να το καταλάβω, πλησίαζα αργά σαν υπνωτισμένη προς το μέρος του. Εκείνη τη στιγμή, έγινε ένα μικρό θαύμα, με φώναξε η αδελφή μου. 

- Έλα Ελισάβετ, φεύγουμε. 
- Τώρα έρχομαι. <<Τώρα ξέρει τ' όνομα μου, σκέφτηκα>>

"Αντίληψη" του Κώστα Γωγιού (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Μπήκε στο λεωφορείο και έψαξε τριγύρω με τα μάτια του για μια άδεια θέση. Το μόνο που είδε ήταν άνθρωποι σκυμμένοι πάνω από τα κινητά τους, να σέρνουν το δάχτυλο πάνω στην οθόνη και να πατάνε μηχανικά κουμπιά που δείχνουν τα (συν)αισθήματα τους. Έπιασε μια γωνία και σκέφτηκε ότι δεν τον πείραζε, και θέση να άδειαζε τώρα, άντεχε αυτός, ας καθόταν κάποιος ηλικιωμένος καλύτερα. Το λεωφορείο σταμάτησε με ένα απότομο φρενάρισμα και ένας παππούς προσπάθησε να ανέβει με δυσκολία από τη στάση. Έτεινε το χέρι να τον βοηθήσει, αλλά ο παππούς κούνησε το χέρι του με περιφρόνηση ή καλυμμένη περηφάνεια και στηρίχτηκε στη λαβή της πόρτας για να ανέβει. Ασθμαίνοντας κοίταξε γύρω του, αναζητώντας με τη σειρά του κάποια θέση. Τα σκυμμένα κεφάλια των κινητών σηκώθηκαν προς στιγμή, αλλά μη βρίσκοντας κάτι ενδιαφέρον, επέστρεψαν στη φυσική τους θέση και γωνία.

            Πολλές φορές αναρωτιόταν τι συνέβη στον κόσμο. Πότε και κυρίως γιατί έγινε έτσι ο άνθρωπος. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν πάντα έτσι, αλλά ο ίδιος απλώς μεγάλωνε και η ανοχή του για πρόσωπα και καταστάσεις ολοένα λιγόστευε, σε μια συνάρτηση που η ανοχή είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας. Το μυαλό του ταξίδεψε πίσω στα παιδικά του χρόνια, τότε που η μάνα του τον πήγαινε να παίξει στην παιδική χαρά κοντά στο σπίτι τους. Δίπλα στην παιδική χαρά υπήρχε ένα παλιό, ρημαγμένο σπίτι που ζούσε ένας ηλικιωμένος. Κάθε μέρα, ο ηλικιωμένος έβγαινε με τις πιτζάμες και την ρόμπα του και φώναζε στα παιδιά που έπαιζαν. Φώναζε για τη φασαρία, τις μπάλες που χαλούσαν τα λουλούδια του και την έλλειψη σεβασμού και διαπαιδαγώγησης, μέχρι να παρέμβει κάποια μητέρα και ο ηλικιωμένος να επιστρέψει στο σπίτι μουρμουρίζοντας ακόμα. Έπιασε τον εαυτό του να τον καταλαβαίνει και κούνησε το κεφάλι τρομαγμένος για να βγει από τις αναμνήσεις. Δεν θα το άντεχε να μετατραπεί σε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί να μετατραπεί σε κάτι τέτοιο.

18 Οκτ 2018

"Κυνήγι Μαγισσών" από την Ξανθίππη Γιωτοπούλου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Ακούστηκε μία γυναικεία κραυγή και η κοπέλα έτρεξε έντρομη προς τα κάγκελα του κλουβιού της. Τα μελιά της μάτια άνοιξαν διάπλατα στη θέα μιας μεσήλικης γυναίκας, την οποία τραβολογούσαν δύο στρατιώτες.
«Κονστάνς!» ούρλιαξε η κοπέλα και γράπωσε με δύναμη τα κάγκελα. «Αφήστε την! Κονστάνς!»
Οι άντρες την αγνόησαν και συνέχισαν να σέρνουν την άμοιρη γυναίκα μακριά από το κλουβί της νεαρής.
Εκείνη, παρόλα αυτά, συνέχισε να ταρακουνάει τα κάγκελα, σε μία προσπάθεια να βγει από εκεί. Αλλά ο κόπος ήταν μάταιος, μιας και χωρίς τα μαγικά της ή κάτι για να παραβιάσει την κλειδαριά, ήταν αναγκασμένη να παραμείνει στη φυλακή της.

"I' m in love with a fairytale" του Σίμου Αλεξίου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


     Και κάπως έτσι, ξαφνικά, άρχισαν όλα. Μπορεί να σε ήξερα απ' τη στιγμή που άνοιξες πρώτη φορά τα ματάκια σου, μπορεί ενδιάμεσα να είχαμε χαθεί, αλλά το νησί, εκείνο το όμορφο νησί στις Κυκλάδες έμελλε να μας κάνει να σμίξουμε. Ξανά. Έπειτα από 14 χρόνια σε αντίκρισα. Ένα περίεργο συναίσθημα, σαν κάτι να μας ένωνε από παλιά. Ή μήπως όντως μας ένωνε; Οικογενειακοί φίλοι, περισσότερο από 30 χρόνια οι γονείς μας και εμείς μεγαλώναμε...Μεγαλώναμε μαζί, αλλά χωριστά. Ο άνθρωπος μου ήραν 17 χιλιόμετρα μακριά μου. Μπορεί να άργησα, μα εν' τέλει τον «γνώρισα». Το παραμύθι μόλις είχε αρχίσει να γράφεται...

"Τα Λόγια που δεν είπα" από την Ελένη Γκούμα (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


«Αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, τότε δυο ενδεχόμενα υπάρχουν. Πρώτον, να έχω αυτοκτονήσει και να το βρήκες μέσα στο κομοδίνο μου ψάχνοντας για την αιτία. Και δεύτερον να μη βρήκα τελικά το θάρρος να δώσω τέλος στη ζωή μου, αλλά να σου το έστειλα προσπαθώντας να καταλάβεις κάποια πράγματα για μένα.
   Από μικρή ήμουν πολύ κλειστός άνθρωπος… Θυμάμαι τις φίλες μου να μου λένε τα μυστικά τους,  κλείνοντας με τη φράση «μην το πεις σε κανέναν...». Και εννοείται ότι εγώ δεν τα έλεγα πουθενά. Και όσα πιο πολλά μου έλεγαν, τόσο ένιωθα το κεφάλι μου να βαραίνει.. Η Μαρία ξεκίνησε να καπνίζει. Η Αντωνία έκλεψε χρήματα από τους γονείς της. Η Αναστασία αντέγραψε στο μάθημα… Δεν άντεχα άλλα μυστικά, αλλά αν τους το έλεγα φοβόμουν ότι δεν θα μου ξαναμιλούσε κανείς.
   Και στο σπίτι όμως τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα.  Οι γονείς μου έλειπαν πολλές ώρες για δουλειά. Και εγώ δεν είχα κανέναν να μιλήσω.  Ώσπου ήρθε ένας ξάδελφος μου για σπουδές και τον φιλοξενούσαμε. Στην αρχή χάρηκα πολύ. Δεν έβλεπα συχνά άλλους συγγενείς γιατί ζούσαν πολύ μακριά. Και επιτέλους θα υπήρχε και κάποιος άλλος στο σπίτι, δεν θα ένιωθα τόσο μόνη.
   Όμως η ζωή δεν είναι όπως τη φαντάζεσαι. Ο Αντώνης φαινόταν ένα πολύ καλό παιδί. Όμως ξαφνικά η συμπεριφορά του απέναντί μου άρχισε να αλλάζει. Ήταν πιο επιθετικός και μου μιλούσε πολύ απότομα. Μέχρι που μια νύχτα που έλειπαν όλοι από το σπίτι ήρθε στο δωμάτιό μου. Ξάπλωσε δίπλα μου και άρχισε να με χαϊδεύει. Εγώ είχα κοκαλώσει από τον φόβο μου. «Μην το πεις σε κανέναν» μου ψιθύρισε και έφυγε. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό καιρό, με τον Αντώνη να γίνεται κάθε μέρα και πιο προκλητικός. Άρχισα να κλαίω με το παραμικρό και τις νύχτες να ξυπνάω με εφιάλτες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκεφτόμουν κάποιον τρόπο να τον σκοτώσω, να φύγει αυτό το τέρας από το σπίτι μου. Τελικά μετά από μερικούς μήνες έφυγε, πήγε να μείνει αλλού.  Όμως το κακό είχε γίνει. Πλέον δεν ήθελα να βλέπω κανέναν και κλεινόμουν όλη μέρα στο δωμάτιό μου και διάβαζα. Το είχα πάρει απόφαση, θα έφευγα από αυτό το σπίτι. Υπομονή άλλα δυο χρόνια…

13 Οκτ 2018

"Μια ανάσα πριν το τέλος..." από τη Νάγια Αλχαζίδου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Ξαναήρθε στο νου μου το θρόισμα των φύλλων της τριανταφυλλιάς. Είχα κατέβει από το αυτοκίνητο, σε ένα μέρος κρύο, παρ' όλο που ήταν καλοκαίρι. ήταν βράδυ, είχε σκοτάδι, μάλλον είχε περάσει 10. Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν. Ίσως την μοίρα που καταπνίγει τα όνειρα. Μπήκα μέσα, δεν ήθελα, το κλίμα γινόταν όλο και πιο ψυχρό. Ήξερα τι θα αντικρίσω. Πήρα μια βαθιά ανάσα, την κοίταξα, τα μάτια της κόκκινα, μίξη κούρασης και στεναχώριας, δεν μίλησα. 115..,116...,117 <<εδώ είμαστε>>, είπε, είμαστε όχι είναι. Τον είδα στο κρεβάτι με οξυγόνο.. κοιμόταν. Είχα μέρες να δω τα μάτια του ανοιχτά. Στον ορό 5 είδη παυσίπονων. Να μην νιώθει αν υπάρχει η δεν υπάρχει να νιώθει πως ίσως και ποτέ να μην υπήρξε. Του έπιασα το χέρι, το δεξί, μόνο το δεξί ένιωθε πλέον. Μόνο το χέρι του ένιωθε .. πλέον. Όταν τον άγγιξα κούνησε ελαφρώς τα κλειστά μάτια του, σαν να είχε μέσα του την επιθυμία να τα ανοίξει να με δει. Με έσφιξε, με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έσκυψα, έβαλα το χέρι του στο πρόσωπο μου, με χάιδεψε. Μου είχε λείψει η φωνή του πολύ. Αυτή η ανόητη αρρώστια, σκέφτηκα, πόσους ανθρώπους διέλυσε. Και πόσους άλλους χωρίς καν να τους προσβάλλει, κατέστρεψε. Όπως την μαμά. Τον πλησίασε όταν απομακρύνθηκα, μην αντέχοντας άλλο. Τα μάτια της κοκκίνισαν κι άλλο. Δάκρυσε, του χάιδευε το χέρι ώρες. Συνέχεια δίπλα του. Αιώνια αγάπη. Δεν τον άφησε ποτέ. Σαν να το υποσχέθηκε ο ένας στον άλλον, πως θα είναι πάντα μαζί , ακόμη και αν χρειαστεί κάποια στιγμή να... είναι χώρια. Αυτό είναι αληθινή αγάπη. Δεν ήξερα αν αυτό που έβλεπα και ένιωθα εκεί μέσα ήταν ευτυχία, από την πλημμύρα της αιώνιας αγάπης και αφοσίωσης ή πόνος για την απόσταση. Απόσταση που είχαν μεταξύ τους. Ήμουν σίγουρη πως εκείνη την στιγμή, σε ένα παράλληλο σύμπαν , 2 σκιές χόρευαν τανγκό , ερωτευμένες, υποσχόμενες πως ποτέ δεν θα αφήσει η μια την άλλη ,εκεί μέσα, οι σκιές χόρευαν δυνατά και χαρούμενα, άχρωμες αλλά γέμιζαν με όνειρα ένα ωχρό δωμάτιο με ένα κρεβάτι και 4 μηχανήματα. Πως είναι να χάνεις αργά τον άνθρωπό σου; σκέφτηκα . Καθίσαμε μέχρι τις 12. Δεν είχε ουσία, δεν ξέραμε εάν νιώθει την παρουσία μας. Με ένα βαρύ παράπονο, παράπονο για τα βάσανα που έπρεπε να δεχθούμε πως θα συνεχίσουμε, έχοντάς τα στο μυαλό μας, της ζήτησα να φύγουμε, είχα κουραστεί. Το δωμάτιο με τις ώρες , το μεταμόρφωνα στο μυαλό μου σε πίστα, μια λευκή πίστα με φώτα. Εκεί χορεύανε οι 2 σκιές. Εγώ απλά τις απολάμβανα. Ούτως ή άλλως το μέλλον ήταν σίγουρο, λέγανε όλοι. Δεν ήθελα να τους ακούω, δεν έπρεπε να τους ακούω, τους μίσησα. Τον αγαπούσα πολύ. Με κουρελιασμένα μαύρα ρούχα, σακούλες κάτω από τα μάτια , μπερδεμένα φθαρμένα άβαφα κόκκινα μαλλιά και πεσμένα βλέφαρα της είπα

"Όλα τα χρώματα είναι ωραία" από τον Κωνσταντίνο Αναγνόπουλο (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Ώρες ώρες, κυρίως τις στιγμές τις δύσκολες, όταν μπροστά στο άγχος και την πίεση της τωρινής μου πραγματικότητας δειλιάζω, θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Συνήθως για να πάρω κουράγιο, μπας και βρω κάτι να μου απαλύνει τις άσχημες σκέψεις και ξεχάσω, έστω για λίγο,  τα προβλήματά μου. Μήπως και καταφέρω να δημιουργήσω εκ του μηδενός μια επίπλαστη ελπίδα, μια ψευδαίσθηση. Ψευδαίσθηση, γιατί όσο και να προσπαθήσει κανείς, τα παιδικά χρόνια υπάρχουν μια φορά στη ζωή κάθε ανθρώπου. Ίσως να 'ναι και καλύτερα έτσι. Τί αξία θα είχαν άλλωστε αν επαναλαμβάνονταν;
   Πρόσφατα, σε μια απ' αυτές τις αναπολήσεις, προσπάθησα να φέρω ένα ένα στο μυαλό μου τα παιδιά που παίζαμε στην γειτονιά. Άλλους τους φωνάζαμε με το όνομά τους, αλλά τους περισσότερους με παρατσούκλια. Θυμήθηκα λοιπόν τον Σκρημ, τον Μπαρτέζ, τον Αρκούδα, τον Σκίουρο, τον Πίκατσου και άλλα πολλά. Σε κάποιο σημείο η σκέψη μου κόλλησε, το μυαλό μου πάγωσε. Ένα παιδί το φωνάζαμε ''χοντρό''. Τόσο απλά, τόσο απενοχοποιημένα. Πόσο άσχημα είχαμε φερθεί; Πώς να αισθανόταν; Νέα σκέψη και το μυαλό μου παγώνει για δεύτερη φορά. Ο "γύφτος". Τα χτυπήματα απανωτά. Τέλη της δεκαετίας του '90. "Ο Αλβανός". Αρχές του 2000. Ο ''Σέρβος''. Και έπεται συνέχεια. Το "αγοροκόριτσο",ο "αράπης". Ήμασταν ρατσιστές; Φταίμε για αυτό ή φταίει η ριμάδα η κοινωνία και τα πρότυπά της; Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι. Τους πείραζε άραγε ή τους περνούσε αδιάφορο; Υπέφεραν σιωπηλά;

"Το Αγαθό της Ζωής" από τον Γιώργο (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του Απρίλη, ο φιλόσοφος Παιδοκλής μαζί με τους μαθητές του Φιλόσαρκο, Αρηγένη και Αμφιφρόνιο, βρισκόντουσαν στις όχθες του ποταμού Ιλισού και συζητούσαν για το υπέρτατο αγαθό της ζωής. Ένα θέμα που ο Παιδοκλής θεωρούσε ύψιστης σημασίας για τη ζωή των ανθρώπων και ζήτησε από τους νέους μαθητές του να το αναλύσουν, δίνοντας ο καθένας από την πλευρά του, τη δική του ερμηνεία, για το πιο θεωρεί το σημαντικότερο αγαθό. Αφού πρώτα έκανε ο ίδιος μια μικρή εισαγωγή εξηγώντας ότι ο βίος, ο οποίος ετυμολογικά αλλά και στην πράξη καθορίζεται από την πάλη, τους παρέλκυσε να μιλήσουν με επιχειρήματα ορμώμενα από τη λογική, διότι αν επέτρεπαν στο συναίσθημα να καθορίσει τον λογισμό τους, παρότι άρρηκτο με τον βίο, θα τους οδηγούσε σε λάθος συλλογιστική. Το συναίσθημα τους είπε πως θα αλλοίωνε την κρίση τους, καθότι διαχρονικά νοθεύει τα πραγματικά γεγονότα, σε σχέση με το αντικείμενο του πάθους κάθε ανθρώπου. Αφου λοιπόν οι τρεις μαθητές  έβγαλαν τους δικούς τους λόγους, οι oποίοι αναμεταξύ τους δεν είχαν καμιά ταύτιση, όπως άλλωστε ανέμενε ο Παιδοκλής, αποφάσισε να τους εκφράσει τη γνώμη του, μέσα απο μια παρελθοντική συζήτηση που είχε. Θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο,  παρουσιάζοντας την άποψή του έμμεσα σαν συμπέρασμα μιας επικοινωνίας και όχι πανάκια εντολή από τον σεβάσμιο δάσκαλο, θα τους απελευθέρωνε από τον θαυμασμό στο πρόσωπό του.
-Ξέρετε λοιπόν πως για χρόνια ταξίδεψα σε όλα σχεδόν τα μέρη, που μπορούσα να βρω γνώση και εκεί ακόμα που δεν υπήρχαν οι ξακουστές σχολές και οι διδάσκαλοι οι σπουδαίοι. Μα βρήκα γνώση παντού και ομολογώ πως περισσότερα έμαθα από όσους συναντούσα τυχαία στον δρόμο και άκουγα να μου μιλούν, πάρα στα μεγάλα τραπέζια με τις οινοποσίες και τους σπουδαίους ανά πόλη. Και ετσι μεσα από πόλους που γνώρισα, συνάντησα μεγάλους άνδρες ρακένδυτους και πεινασμένους και άλλους μικρούς, με όλα τα αγαθά να είναι δικά τους. Κάποτε λοιπόν στην επιστροφή από την Σπάρτη, σταμάτησα στην Κόρινθο για να περάσω το βράδυ και την επομένη μέρα να συνεχίσω ξεκούραστος πια, για την επιστροφή. Ξαφνικά μέσα στη βαθειά νύχτα, χτύπησε η πόρτα στο κατάλυμά μου και παρουσιάστηκε μπροστά μου μια γυναίκα τοσο όμορφη, που όμοια της δεν είχα συναντήσει ποτέ, αν πίστευα μάλιστα στους θεούς, σίγουρα θα έλεγα πως ήταν η θέα Αφροδίτη. Φορούσε έναν λευκό χιτώνα και χρυσά σανδάλια στα πόδια της, τα μαλλιά της ήταν πίσω τραβηγμένα, για να φωτίζεται το αψεγάδιαστο δέρμα της, θα έλεγε κανείς πως ήταν μια γυναίκα υψηλής τάξης. Αν την έβλεπες σε ένα παλάτι, σίγουρα θα έλεγες πως ήταν βασίλισσα, αν πάλι στην αγορά, η πιο όμορφη της πόλης, ήταν όμως μια εταίρα.

6 Οκτ 2018

"Αγάπη τ' όνομά σου" από τη Μελίνα Τριανταφυλλίδου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Εσύ γεννήθηκες για τα μεγάλα, τα ιδεώδη,
για τα υψηλά, τα σμαραγδένια ιδανικά.
Για πλούσια όνειρα φυλλώδη
σαν ανθηροί βλαστοί που φύονται στην καρδιά.

Σε παραθύρια που κοιτούν στον ήλιο
να ατενίσεις ήρθες τη ζωή,
να κάνεις τον εχθρό σου φίλο,
να πορευτείς με φεγγαρόλουστη ψυχή.

"Σ' εκείνη" από τον Γιώργο (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Μες στο σακάκι σου τύλιξες το φεγγάρι,
να μη φωτίζεται η θλίψη της νυχτιάς,
μ' ένα τριαντάφυλλο στο χέρι
κάτω απ’ το σπίτι της περνάς.

Κοιτάς δειλά στο παραθύρι
κι αν τη φιγούρα της συλλέξεις σ' ένα βλέμμα,
ακριβοθώρητη ως είναι και λαμπρή,
όλο το σύμπαν της ψυχής σου θ’ ανθίσει,
θα γαληνέψεις ωσότου ο ήλιος να φανεί.

29 Σεπ 2018

"Όλα Σιωπηλά" από τη Νάγια Αλχαζίδου (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Ήταν μέρα, ο αέρας φυσούσε σκληρά
Το μυαλό σταματημένο στις επτά
Όλα γύρω αλλάζουν γρήγορα
Μένεις μονάχος να περιμένεις
Τι περίμενες;
Χτυπάει 8
Όλοι ξύπνησαν πια
Η ζωή σου μια λεπτή γραμμή
Θα ζήσεις;
Τι περιμένεις;

"Στο Δωμάτιο" από τον Σπύρο Μάνο (Συμμετοχή στον 6ο Διαγωνισμό Ελεύθερης Γραφής)


Μόνος σε ένα δωμάτιο όπως πάντα
έχοντας τις σκιές για συντροφιά
του παρελθόντος ήρθαν φαντάσματα
με στοιχειώσανε ξανά

Εικόνες μέσα στο μυαλό μου
ακούω ήχους και φωνές
ζωντάνεψε το παρελθόν μου
γύρισε η ζωή μου στο χθες

who is online

Ad24