Ανάμεσα
στα μεσάνυχτα και το πρωί ο κόσμος
αλλάζει. Τα φανάρια του δρόμου λάμπουν σε άδειους δρόμους και τ' ακίνητα
αυτοκίνητα μοιάζουν με απολιθώματα τεράστιων σκαθαριών. Τα κλαδιά των δέντρων
απλώνουν αρπακτικές σκιές στα πεζοδρόμια. Φευγαλέες σιλουέτες μικρών αιλουροειδών περιπολούν σε τσιμεντένιες
μάντρες. Μια παχύρρευστη μάζα σιωπής απλώνεται παντού. Τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών
είναι σκοτεινά. Τα σπίτια μοιάζουν με καβούκια που κλείνουν ερμητικά και
περιμένουν το πρώτο άγγιγμα της χαραυγής. Όλα εκτός από ένα. Το παλιό σπίτι που
στέκεται απέναντι από το διαμέρισμά μου. Η κεραμωτή του οροφή βρίσκεται έναν
όροφο πιο ψηλά απ' το μπαλκόνι μου και η
καπνοδόχος του υψώνεται σαν ινδιάνικο τοτέμ κάτω από έναν ουρανό που τα φώτα
της πόλης βάφουν κίτρινο. Εκεί πέρα λοιπόν, κάτι συμβαίνει. Ένα πορτοπαράθυρο έχει
γεμίσει με φως. Μοιάζει με το λαμπερό σινιάλο κάποιου θαλασσοδαρμένου φάρου.
Ήμουν
οκτώ ετών. Στην ηλικία που ο κόσμος είναι ακόμα θαυμαστός, γεμάτος μυστήριο,
ομορφιά και τρόμους υπερφυσικούς. Ρευστός, προτού τον παγώσει η πνοή της
λογικής και της ρουτίνας. Με είχαν ξυπνήσει μακρινές συγχορδίες. Οι νότες μιας
μουσικής παράξενης που έφερνε μαζί της το άρωμα περασμένων εποχών. Η μουσική
ερχόταν από εκεί. Δραπέτευε από το φωτεινό πορτοπαράθυρο.




