23 Ιουλ 2019

"Δορυφόροι" από τη Ράκσα Αλξ

(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

(Το πεζό ποιήμα της Ράκσα Αλξ αφιερωμένο σε εκείνο)

Η πρώτη φορά που τον είδα ήταν πέντε χρόνια πριν. Σχεδόν έξι, πλέον. Τη στιγμή που το βλέμμα μου ακούμπησε το πρόσωπό του, το κεφάλι μου έγειρε στο πλάι, σαν τα σκυλιά που κοιτάνε τα αφεντικά τους με ένα βλέμμα απορίας. Χρειάστηκε να τον περιεργαστώ για κάμποσα λεπτά. Τόσο μεγάλη ήταν η απορία μου. Πώς, άραγε, είναι δυνατόν να είναι ένας άνθρωπος τόσο όμορφος;
Εκείνος δεν με είχε προσέξει. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πάτωμα με μία πρωτοφανή, για εμένα, προσήλωση. Θα συνειδητοποιούσα, αργότερα, ότι αυτή ήταν μία από τις συνηθισμένες του στάσεις. Το κεφάλι χαμηλωμένο και τα μάτια του να διατρέχουν το δάπεδο, λες και ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που είχε δει ποτέ. Το περπάτημά του ήταν πάντοτε αθόρυβο, σαν να φοβόταν ότι η σιωπή του θα ενοχλούσε έναν εκκωφαντικό κόσμο. Με κάθε του βήμα, η αύρα του, βαριά σαν την ψυχή που κουβαλούσε πάνω στις κυρτές του πλάτες, απλωνόταν στο χώρο και γέμιζες με τη γλυκιά μελαγχολία. Είναι αυτή η μελαγχολία που κουβαλάνε οι άμοιρες ψυχές, που σεργιανίζουν στον κόσμο αυτό, χρόνια πολλά περισσότερα από τα σώματά τους. Οι ψυχές που δυσανασχετούν και βασανίζονται παγιδευμένες σε μία ζωή που δεν μπορεί μήτε να τις καταλάβει μήτε να τις ευχαριστήσει. Έχεις δει και εσύ σίγουρα ψυχές τέτοιες, πολλές. Είναι εκείνες που η ανάσα τους έχει μία δυσχέρεια, τα μάτια τους μιλάνε περισσότερο από τα στόματά τους, η χάρη είναι έμφυτη και η θλίψη δεδομένη.

"Η Έμιλυ και η Τελευταία Βροχή" από τη Μαίρη Κάντα


(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

«Πού πας; Δεν τέλειωσες όλο το φαγητό σου ακόμα» είπε η Δώρα στην κόρη της που έφυγε βιαστικά από το τραπέζι, πριν να τελειώσει το βραδινό της. «Δεν πεινάω άλλο. Θέλω να κοιτάξω την βροχή» είπε και έτρεξε στο παράθυρο. Η μητέρα της δεν επέμεινε περισσότερο και έπλυνε τα πιάτα.
Η Έμιλυ παρατηρούσε τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν στο παράθυρο. Η αγάπη της για την βροχή ήταν τεράστια. Ξαφνικά μία αστραπή φώτισε το νυχτερινό ουρανό. «Μαμάα κοίτα! Δεν είναι υπέροχη η αστραπή;» φώναξε η μικρή Έμιλυ και λίγο αργότερα, ένας κεραυνός ήχησε δυνατά. Η Δώρα πήγε στο δωμάτιο της κόρης της. Χαμογέλασε όταν είδε την κόρη της τόσο ενθουσιασμένη και χαρούμενη.
«Ξέρεις, άλλα παιδάκια φοβούνται τις αστραπές και τους κεραυνούς» είπε η μητέρα της και η Έμιλυ απάντησε: «Μα γιατί φοβούνται; Εμένα μου αρέσουν πολύ. Ο χειμώνας είναι η αγαπημένη μου εποχή» και συνέχισε να κοιτάζει τις βρεγμένες σκεπές των απέναντι σπιτιών από το παράθυρο. Η μητέρα της, χάιδεψε απαλά τα μακριά, ίσια μαλλιά της Έμιλυ και είπε: «Χαίρομαι που σου αρέσει πολύ η βροχή, μα νομίζω πως αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα βρέξει».

22 Ιουλ 2019

"Το Λευκό της Τιμωρίας" από την Κωνσταντίνα Ζιώγα


(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)
  

 Τα έντονα  άσπρα φώτα την τύφλωναν και σε συνδυασμό με τη γύμνια του δωματίου της έφερναν ζαλάδα. Τα χέρια της, όπως και όλο το υπόλοιπο κορμί της, πονούσαν αφόρητα απ’ το σφιχτό δέσιμο των ιμάντων, αλλά δεν ήταν αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο. Ένιωθε τα στυγνά βλέμματα των συγγενών τους να την καρφώνουν τόσο βαθιά, σαν να διαπερνούν τη σάρκα και να της τριβελίζουν τα κόκαλα. Καταλάβαινε την ικανοποίησή τους, συμμερίζονταν τη δίψα τους για εκδίκηση, η ίδια σχεδόν είχε ασπαστεί αγόγγυστα την απόφαση του δικαστηρίου και της πολιτείας, αλλά τώρα αντιμέτωπη με το τέλος, ένιωθε τον ιδρώτα να την πλημμυρίζει, να την πνίγει. Άλλωστε ποιος δεν φοβάται το θάνατο;
  Η Σάρα Πάρκερ είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Το μέλλον της, δυσοίωνο, είχε προκαταγραφεί πριν καν γεννηθεί. Ο πατέρας της τους εγκατέλειψε όταν ήταν μόλις οκτώ χρονών, έχοντας σιχαθεί να παρακολουθεί τη μητέρα της να αυτοκαταστρέφεται όντας χρόνια χρήστης ναρκωτικών, ακόμη και μετά τη γέννηση της Σάρα. Τα επόμενα χρόνια η Σάρα και η μητέρα της βούλιαζαν περισσότερο στο βάλτο της ανέχειας και της αθλιότητας. Ζούσαν σ’ ένα υπόγειο που δεν το έβλεπε ο ήλιος και τρέφονταν άλλοτε με ελεημοσύνες και άλλοτε με την συνεισφορά των γειτόνων. Ένα χρόνο μετά η μητέρα της Σάρα άρχισε να εργάζεται ως πόρνη, για να καλύψει την άσβηστη και διψασμένη ανάγκη της για τη μαγική ζάχαρη. Σιγά σιγά μύησε και την ίδια τη Σάρα στον απαγορευμένο και ουτοπικό κόσμο των ουσιών. Μαγεμένη καθώς ήταν, η Σάρα παράτησε το σχολείο πριν καν τελειώσει το λύκειο και έπιανε περιστασιακές δουλειές. Στα δεκαέξι της έχασε και τη μητέρα της, το τελειωτικό χτύπημα για τη Σάρα που πλέον έβλεπε τον κόσμο της να καταρρέει, έγινε ένας άψυχος θεατής της ζωής της.

"Ο Εφιάλτης της Εκάτης" από τον Αντώνη Ευθυμίου

(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)


Τα μολυβένια σύννεφα έκρυβαν το χαμόγελο του ήλιου κι η καταχνιά απλωνόταν μέχρι τη ραχοκοκαλιά του ορίζοντα. Τα κλάξον των αυτοκινήτων ηχούσαν σαν ασυντόνιστη ορχήστρα κι η τσιμεντούπολη είχε μετατραπεί σε έναν ασπρόμαυρο καμβά ενός άτεχνου ζωγράφου. Η Εκάτη είχε μόλις επιστρέψει από την κηδεία του συζύγου της κι ήταν έτοιμη να καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Είχαν περάσει μια ολόκληρη ζωή μαζί και δεν μπορούσε να χωνέψει ότι θα τον έχανε κάποια στιγμή εξαιτίας της επάρατης νόσου. Αυτό που την τρόμαζε περισσότερο ήταν η μοναξιά. Είχε συνηθίσει τόσα χρόνια την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου δίπλα της και τώρα το σπίτι της φαινόταν άδειο κι αφιλόξενο. Ακόμη και οι διαστάσεις των τοίχων μέρα με τη μέρα άλλαζαν. Τα ταβάνια γινόντουσαν θεόρατα και τα παράθυρα θύμιζαν σιγά σιγά αόρατες πύλες. Είχε σκεφτεί κάποια στιγμή και την αυτοκτονία, αλλά θεωρούσε πολύ δειλό τον εαυτό της για μια τέτοια πράξη.
Γέμισε ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο και κάθισε νωχελικά στον καναπέ, εκεί ακριβώς όπου σπαταλούσαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας, άλλοτε συζητώντας κι άλλοτε χαζεύοντας τηλεόραση. Προσπάθησε ν’ αναπολήσει μερικές όμορφες στιγμές του έγγαμου βίου της, μα το μυαλό της είχε θολώσει. Φαίνεται πως η οδύνη της απώλειας είχε σκορπίσει τις σκέψεις της κι έπρεπε να τις ξαναβάλει σε τάξη. Το ποτό με δυσκολία κατέβαινε στο λάρυγγα, μα ήταν τόσο δυνατό που της έκαιγε τον οισοφάγο. Ο άντρας της τής είχε απαγορέψει να πίνει, γιατί φοβόταν μήπως πάθει κίρρωση του ήπατος, αλλά τελικά εκείνος έφυγε πρώτος και η Εκάτη έμεινε μόνη σαν απροστάτευτο κυκλάμινο στο ξεροβόρι της επιβίωσης.

21 Ιουλ 2019

"Οι Δράκοι" του Απόστολου Δαβίλα

(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)


Οι πρώτες σταγόνες βροχής χτύπησαν την επιφάνεια της αλπικής λίμνης στέλνοντας ομόκεντρους κύκλους σε χαοτική διάταξη σε όλη την επιφάνεια  της, ξυπνώντας της αρχέγονες μνήμες της δημιουργίας και της αρχικής ψυχής της γης. Αστραπές και κεραυνοί ήρθαν να συμπληρώσουν τη Μελωδία της βροχής πάνω στην λίμνη και να την οδηγήσουν σε ένα μελωδικό κρεσέντο όπου εκατομμύρια δάχτυλα-σταγόνες χαϊδεύουν-τσιμπάνε την λίμνη-άρπα.
Η Μελωδία της σταγόνας είναι πλέον εκκωφαντική. Η επιφάνεια της λίμνης έχει γίνει ένα με τη βροχή και τα σύννεφα, οι κεραυνοί και οι αστραπές φωτίζουν σαν φλας την σκοτεινή μάζα από το παλλόμενο ύδωρ, φωτίζοντας καρέ-καρέ τη μορφοποίηση στην επιφάνεια της λίμνης, μιας τεράστιας σκιάς, στο σημείο που ενώνονται η λίμνη και η βροχή.
Ένας τεράστιος όγκος σχηματίζεται από συμπυκνωμένο νερό και την αφυπνισμένη ψυχή της γης. Η λίμνη του δίνει τον παλμό, η βροχή το σμιλεύει ασταμάτητα, φτιάχνοντας δύο τεράστια φτερά, πανίσχυρη ουρά και ένα θωρακισμένο κεφάλι γεμάτο δόντια και αγκάθια. Τα μάτια καθρεφτίζουν το αρχέγονο κομμάτι της ψυχής της γαίας που κυλάει πάντα και που δε σταματάει μπροστά σε τίποτα, που τρυπάει στρώματα βράχων και σκάβει βαθιά φαράγγια μόνο και μόνο για να συναντήσει και άλλο νερό που ταξιδεύει και μετασχηματίζεται σε πάγο, σε ατμό, σε γλυκό και αλμυρό νερό, αλλά ποτέ δεν χάνεται, όπως δεν χάνεται και η ζωή που για πρώτη φορά σχηματίστηκε στα σπλάχνα της.

"Ανάσταση: Το ταξίδι του Λέροϋ Κρίπκε" από τον Γιώργο Γιάγκου

(Συμμετοχή στην τελική φάση του 7ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)


Με το κατάλληλο αεράκι, τον ήλιο να μένει σταθερά ψηλά στον ουρανό, και τον κόσμο να κατακλύζει τις Παρθένους Νήσους στην Καραϊβική, τα πάντα γύρω σε αυτή τη περιοχή φωνάζουν καλοκαίρι. Εν έτει 4076 μ.Χ. ή 250ος κύκλος του Χάνσεν, μιας και άλλαξε η παγκόσμια χρονομετρία μετά από την σημαντικότερη αποκάλυψη που είχε ποτέ ο μοντέρνος κόσμος, όλα είναι διαφορετικά από αυτά που γνωρίζαμε, αλλά οι άνθρωποι συνεχίζουν να απολαμβάνουν σταθερά ένα πράγμα, τον καλό καιρό· και ο καιρός ελέγχεται με πολύ μεγαλύτερη ευκολία. 

Στους δρόμους του Saint Thomas περπατάει αμέριμνος και ο Λέροϋ Κρίπκε, αντιναύαρχος του παγκόσμιου στρατού, ο οποίος ειδικεύεται στην εξακρίβωση ιστορικών γεγονότων, και απολαμβάνει-όπως και σε άλλες περιοχές του κόσμου-τις ιπτάμενες πόλεις που έχουν δημιουργηθεί μέσω της τεχνολογίας Ούρνε. Αυτά τα εντυπωσιακά μεγαθήρια έχουν κτιστεί κυρίως ως τουριστικά θέρετρα στο Saint Thomas, γεμάτα με ξενοδοχειακές μονάδες, εστιατόρια και καταστήματα για την ικανοποίηση και των πιο απαιτητικών πελατών. 

19 Ιουλ 2019

«H ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη


Είναι αλήθεια ότι η ελληνική λογοτεχνία ποτέ δεν αποτελούσε πρώτη μου επιλογή. Κυρίως επειδή το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος είναι η αστυνομική λογοτεχνία, που στην Ελλάδα, πέρα από 2-3 πραγματικά αξιόλογους λογοτέχνες, δεν ανθεί ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά, με αφορμή τη σειρά της κρατικής τηλεόρασης «Η ζωή εν τάφω» (την οποία βέβαια δεν έχω παρακολουθήσει καθόλου), αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη, ένα από τα κλασικότερα της ελληνικής λογοτεχνίας και καλύτερο του συγκεκριμένου συγγραφέα.
Το βιβλίο του πολέμου, όπως χαρακτηρίζεται ακριβώς κάτω από τον τίτλο, είναι ακριβώς αυτό αλλά ταυτόχρονα πολλά περισσότερα. Είναι τα χειρόγραφα του στρατιώτη Αντώνη Κωστούλα, ο οποίος μέσα από τα χαρακώματα του πολέμου αποκτά αγρίως μία άλλη αντίληψη της ζωής και την τοποθετεί στη σωστή της διάσταση. Παρότι πολεμικό βιβλίο, τα ίδια τα γεγονότα του πολέμου καταλαμβάνουν ένα μικρό τμήμα του βιβλίου. Τα λίγα περιστατικά που περιγράφονται όμως είναι τόσο αποτρόπαια και αποκρουστικά που η αίσθηση που αφήνουν στον αναγνώστη διατηρείται για αρκετές σελίδες (μέχρι να έρθει το επόμενο). Ο Μυριβήλης εστιάζει αλλού. Εστιάζει κυρίως στην αίσθηση του πολέμου, στην ψυχολογία που προκαλεί στον στρατιώτη αλλά και σε αυτούς που έμειναν πίσω. Σε ανθρώπους της καθημερινότητας, της ελληνικής (και όχι μόνο) υπαίθρου που έχουν χάσει τα πάντα για τα καπρίτσια του ανθρώπινου γένους. Το γεγονός ότι το βιβλίο αποτελεί ουσιαστικά μια συλλογή από γράμματα που έστελνε ο Κωστούλας στην αγαπημένη του δίνει στον Μυριβήλη το πάτημα να χρησιμοποιήσει μια απλή γλώσσα, καθημερινή, γεμάτη τοπικά ιδιώματα που μεταφέρουν τον σύγχρονο αναγνώστη σε μια άλλη εποχή, πιο αγνή.

who is online

Ad24