22 Ιουλ 2016

"Τριστάνος και Φέλιξ" (4ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής)

Από τον Αντώνη Ευθυμίου



Σπασμωδικοί ήχοι σαν κοασμοί βατράχου πλημμύρισαν το χώρο του τσίρκου. Κρίνοντας από τις συσπάσεις των χειλιών των θεατών πρέπει να είναι γέλια. Επιτηδευμένα, ασυγχρόνιστα, αλλά σίγουρα γέλια. Αμέσως μετά οι προβολείς σβήνουν, η αυλαία πέφτει κι ο κόσμος ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος λίγο πριν την απόλυτη σιωπή. Ακόμη μια παράσταση έφτασε στο τέλος κι οι εφήμεροι καταναλωτές της ευτυχίας αποχωρούν ατάκτως. Στο κέντρο της σκηνής στέκεται ένας παλιάτσος. Φοράει ένα ψηλό φανταχτερό καπέλο μιραμπό σαν τον Αβραάμ Λίνκολν με λίγη δόση από Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Τα τεράστια μαβιά παπούτσια του προδίδουν την απεραντοσύνη της μοναξιάς του. Τα ρούχα του είναι χαχόλικα, πολύχρωμα και γεμάτα μπαλώματα. Ακριβώς όπως και τα όνειρά του. Ξηλώνονται τη μέρα και το βράδυ τα μπαλώνει. Από το λαιμό του κρέμεται μια λαχανί ριγέ γραβάτα, μια ταμπέλα ενός σύγχρονου τεντιμπόη που γράφει «Είμαι παλιάτσος και απόψε θα σας κάνω να γελάσετε». Ο ίδιος δε γελάει, αλλά έχει ζωγραφίσει στο νωχελικό πρόσωπό του ένα ψεύτικο χαμόγελο με μπογιές και μερικά ακόμη ευτελή υλικά της υποκρισίας, θέλοντας έτσι να μακιγιάρει τα εξανθήματα της αλήθειας. Η μύτη του είναι καλυμμένη με ένα κόκκινο πλαστικό περίβλημα, ένα ματωμένο κέλυφος που προφυλάσσει τη ζωή του από τις αισθήσεις.

Το όνομά του είναι Τριστάνος, όπως και ο Τριστάνος ντε Λεονουά στο λυρικό τρίπρακτο δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Οι γονείς του πρέπει να αγαπούσαν πολύ την κλασική μουσική και ιδιαίτερα την όπερα. Ο ίδιος, όμως, νομίζει πως το όνομά του προέρχεται από τη λατινική λέξη «tristis», που σημαίνει θλίψη. Δεν πιστεύει στις συμπτώσεις, αλλά ούτε είναι φαταλιστής. Η ζωή γι’ αυτόν είναι ένα χαραγμένο οδικό δίκτυο όπου καλούμαστε να επιλέξουμε ένα δρομολόγιο για να πορευτούμε μέχρι το τέλος. Ο Τριστάνος λίγο πριν φύγει κάνει μια τελευταία υπόκλιση. Είναι πολύ κουρασμένος και μοιάζει με στάχυ που λυγίζει στην άνιση μάχη με τον άνεμο. Δεν υπάρχει κανείς να τον επευφημήσει, παρά μόνον μερικές άδειες κερκίδες, γεμάτες εγκατάλειψη. Σηκώνει βιαστικά το κεφάλι του για να αφουγκραστεί τον ουρανό. Ο αχός του φεγγαριού έχει καταλαγιάσει κι οι οιμωγές των αστεριών ξεθύμαναν. Τώρα ήρεμος μπορεί να αφήσει το κανναβάτσο της δουλειάς για να πάει να ξεβαφτεί. Θέλει να βγάλει αμέσως όλα τα φτιασίδια για να φανούν επιτέλους οι ρωγμές και οι δυο μαυραετοί που ‘χει για φρύδια. Όταν φτάνει έξω από το καμαρίνι βρίσκει την πόρτα ανοιχτή. Σκέφτεται πως ίσως κάποιοι ακροβάτες είναι ακόμη μέσα και ξεντύνονται. Μπαίνει βιαστικά και κλείνει την πόρτα. Ξαφνικά, βλέπει δυο μικρά παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, να τον κοιτούν κατάματα. Τους ρωτάει τα ονόματά τους κι εκείνα εν χορώ απαντούν «Τζεσολμίνα και Zαμπανό». Ο Τριστάνος σαστίζει, νομίζει πως ονειρεύεται κι όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση, μια απάτη του αποσταμένου μυαλού του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και τους ξαναρωτάει: «Ποιοι είστε; Τι θέλετε από εμένα». Η Τζεσολμίνα και ο Ζαμπανό δείχνουν κατευθείαν τον καθρέφτη κι ύστερα ανοίγουν την πόρτα και τρέπονται σε φυγή.
Ο Τριστάνος αφήνει το φανταχτερό καπέλο του πάνω σ’ ένα μικρό μαρμάρινο τραπεζάκι με χρυσή πατίνα και πλησιάζει με αργά βήματα τον καθρέφτη. Στη συνέχεια βγάζει με αδέξιες κινήσεις τα κόκκινα γάντια του και με μια παιδική αφέλεια αρχίζει να ψηλαφίζει τη γυάλινη στιλπνή επιφάνεια . Το φως στο καμαρίνι είναι αχνό και τα χέρια του ιδρώνουν από το χτυποκάρδι. Σε λίγο η αφή του θα έχει στεγνώσει τελείως. Είναι αναστατωμένος. Ψάχνει να βρει απεγνωσμένα ένα άλλοθι ότι όλα αυτά δεν είναι αποκύημα της φαντασίας του, αψηφώντας, όμως, το προφανές. Μετά από μερικά λεπτά σταματάει κι απογοητευμένος σωριάζεται σε μια ψάθινη καρέκλα όπως το ψιλόβροχο πάνω στο ξερό χώμα. Κατόπιν χώνει το δεξί του χέρι μέσα στο πουά πουκάμισο και βγάζει ένα πράσινο μαντήλι το οποίο γαντζώνει στην κόγχη του καθρέφτη. Είναι η ελπίδα του που κρέμασε σα φλάμπουρο σε μια προεξοχή της ζωής. Ένα δάκρυ κυλάει γοργά σα ρυάκι στο ασβεστωμένο μάγουλό του λίγο πριν σμίξει με τη χαραμάδα του γέλιου του. Τα βλέφαρά του πάλλονται στο ρυθμό της ξεκούρδιστης καρδιάς του και μια αναπάντεχη καταιγίδα ξεσπά στα μάτια του. Τα μακιγιάζ αρχίσει σιγά σιγά να λιώνει, όπως τα ρολόγια στην «Εμμονή της μνήμης» του Σαλβαδόρ Νταλί. Οι σταγόνες της θλίψης είναι οδυνηρά καυστικές για τους αρνητές της πραγματικότητας. Ο Τριστάνος στρέφει με ραθυμία το κεφάλι του προς τον καθρέφτη κι αντικρίζει ένα γνώριμο είδωλο. Μοιάζει πολύ με τον Τριστάνο, μόνο που εκείνος είναι χαρούμενος και δε φοράει μάσκα. Το χαμόγελό του είναι τόσο πλατύ που δε χωράει στο πρόσωπό του και το βλέμμα του καθάριο, σαν κρυστάλλινη πηγή. Πρέπει να είναι ο δίδυμος αδερφός του, ο Φέλιξ. Κάθε βράδυ, μετά την παράσταση, ανταμώνουν μπροστά στον καθρέφτη. Δίχως να μιλούν, λένε τα πάντα μέχρι να ξημερώσει, να πέσει η καταχνιά και ο Τριστάνος να ντυθεί και πάλι παλιάτσος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

who is online

Ad24